Σαν Σήμερα

22 Σεπτεμβρίου 1951

22 Σεπτεμβρίου 1951

Σαν σήμερα, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1951, γεννιέται ο Βρετανός τραγουδιστής, τραγουδοποιός και μουσικός David Coverdale. Γεννήθηκε στο Saltburn-by-the-Sea, της Αγγλίας.

Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, ξεκίνησε να ασχολείται «επαγγελματικά» με την φωνή του και να παίζει με τοπικές μπάντες, όπως οι Vintage 67 (1966–68), οι The Government (1968–72) και οι Fabulosa Brothers (1972–73). Το Σεπτέμβριο του 1973, διαβάζει μια αγγελία που είχαν καταχωρήσει οι Deep Purple στο περιοδικό “Melody Maker” και αναζητούσαν νέο τραγουδιστή μετά την αποχώρηση του Ian Gillan και στέλνει μία κασέτα με ηχογραφήσεις του. Το συγκρότημα τον δέχτηκε και μαζί με τον μπασίστα Glenn Hughes αποτέλεσαν τις νέες προσθήκες στη σύνθεση του συγκροτήματος.

Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, ξεκινούν τις ηχογραφήσεις του νέου τους δίσκου, όπου στα έξι από τα επτά τραγούδια του άλμπουμ, ο Coverdale μοιράζεται τα φωνητικά μαζί με τον Hughes και τραγουδά μόνος του μόνο το “Mistreated”. Ο δίσκος κυκλοφορεί τον Φεβρουάριο του 1974 με τον τίτλο “Burn” και γνωρίζει  μεγάλη επιτυχία, καθώς ανεβαίνει στα Top 10 των charts παγκοσμίως και γίνεται χρυσός σε Βρετανία και Αμερική. Ακολουθεί μία πολύ μεγάλη περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ, με τους Deep Purple να παίζουν μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδων κόσμου, γεγονός πρωτόγνωρο για τον άπειρο τότε Coverdale. Στα τέλη της χρονιάς, κυκλοφορούν το επίσης επιτυχημένο “Stormbringer”, στο οποίο όμως εντάσσονται έντονα funk και jazz στοιχεία στον ήχο τους, κάτι που δεν αρέσει στον (κιθαρίστα) Ritchie Blackmore, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει μετά το τέλος της περιοδείας για την προώθηση του άλμπουμ, τον Απρίλιο του 1975. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ, ο Coverdale ερμηνεύει μόνος του μόνο τη μπαλάντα “Soldier of Fortune”, ένα από τα γνωστότερα κομμάτια των Deep Purple.

Τον Οκτώβριο του 1975, οι Purple κυκλοφορούν  το άλμπουμ “Come Taste the Band” με τον Tommy Bolin στην κιθάρα, γνωρίζοντας αισθητά μικρότερη εμπορική επιτυχία σε σύγκριση με τους προηγούμενους δίσκους τους. Ο εθισμός των Hughes,  Coverdale και Bolin στις ναρκωτικές ουσίες αναγκάζουν τα εναπομείναντα ιδρυτικά μέλη των Deep Purple, John Lord και Ian Paice στην απόφαση να διαλύσουν το συγκρότημα, την άνοιξη του 1976.

Μετά τη διάλυση των Deep Purple, ο Coverdale ξεκινά σόλο καριέρα, ηχογραφώντας το άλμπουμ “White Snake” το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές του 1977, ενώ την επόμενη χρονιά επανέρχεται με το δίσκο “Northwinds”. Αμέσως μετά, δημιουργεί το συγκρότημα Whitesnake με τους Bernie Marsden και Micky Moody στις κιθάρες, τον Neil Murray στο μπάσο, και τον David “Duck” Dowle στα τύμπανα. Τον Σεπτέμβριο του 1978, κυκλοφορεί η πρώτη τους δουλειά με τίτλο “Snakebite”, ένα 12″ EP σε παραγωγή του Martin Birch και του Roger Glover και ένα μήνα αργότερα, το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο “Trouble”, όπου συμμετέχει και ο  πρώην κιμπορντίστας των Deep Purple, Jon Lord. Ένα χρόνο μετά τον πρώτο τους δίσκο, επανέρχονται με το “Lovehunter”, ανεβαίνοντας στο Νο.29 της πατρίδας τους. Το χειμώνα του 1979, ο πρώην ντράμερ των Deep Purple Ian Paice, παίρνει τη θέση του Dowle και το συγκρότημα ηχογραφεί το “Ready an’ Willing”, το οποίο έφθασε στο Νο.6 και γίνεται  χρυσό στη Μεγάλη Βρετανία. Ο δίσκος περιέχει την μεγάλη επιτυχία “Fool for Yοur Loving”, ενώ στην περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ οι Whitesnake εμφανίζονται σαν πρώτο όνομα στο φεστιβάλ του Reading, μαζί με το Rory Gallagher και τους UFO. Τον Νοέμβριο του 1980, κυκλοφορούν το “Live…In the Heart of the City”, το οποίο σκαρφαλώνει στο Νο5 στο Ηνωμένο Βασίλειο και γίνεται πλατινένιο. Πέντε μήνες αργότερα, το συγκρότημα επιστρέφει με το “Come an’ Get It”, το οποίο ανέβηκε στη δεύτερη θέση και συνοδεύεται από την επιτυχία “Don’t Break My Heart Again”. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου ο Ian Paice αποχωρεί και έρχεται η ώρα του πρώην ντράμερ των Rainbow, Cozy Powell.

Με τη νέα αυτή σύνθεση, οι Whitesnake κυκλοφορούν το “Slide It In” το 1984, για να αποχωρήσει και ο Jon Lord, ο οποίος θα ενταχθεί στους αναγεννημένους Deep Purple. Το “Slide It In” ήταν ο πρώτος δίσκος του συγκροτήματος ο οποίος ανέβηκε στο Top 40 των Αμερικανικών charts. Την επόμενη χρονιά, εντάσσονται στο συγκρότημα ο πρώην κιθαρίστας των Thin Lizzy, John Sykes, ο Adrian Vandenberg αλλά και ο ντράμερ Aynsley Dunbar ενώ δεν υπάρχει μόνιμος κιμπορντίστας και το κενό καλύπτει το πρώην μέλος των Rainbow, Don Airey.

Τον Απρίλιο του 1987, κυκλοφορεί το άλμπουμ “Whitesnake” το οποίο ανεβαίνει στο Νο.2 των Ηνωμένων Πολιτειών και βραβεύεται οκτώ φορές πλατινένιο. Ο δίσκος περιείχε τα πολύ επιτυχημένα singles “Here I Go Again” και “Is This Love” τα οποία έφθασαν στο No.1 και No.2 των Αμερικανικών charts αντίστοιχα, ενώ το βίντεο κλιπ για το “Still of the Night”, προβάλλεται συνεχώς από το τηλεοπτικό δίκτυο MTV. Δύο χρόνια αργότερα, ηχογραφείται το “Slip of the Tongue” με τον βιρτουόζο κιθαρίστα Steve Vai να παίζει όλες τις κιθάρες, τον Rudy Sarzo να αντικαθιστά τον Neil Murray και στα τύμπανα να κάθεται ο πρώην ντράμερ του Ozzy Osbourne, Tommy Aldridge. Ο δίσκος φθάνει στο Νο.10 και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού αλλά μετά το τέλος της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου, ο Coverdale αποφασίζει να διαλύσει το συγκρότημα.

Την άνοιξη του 1991, συνεργάζεται με τον Jimmy Page και κυκλοφορούν τον δίσκο “Coverdale-Page”, που ανεβαίνει στο Top 5 της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ βραβεύεται ως πλατινένιος. Παρ’ όλα αυτά, οι πωλήσεις των εισιτηρίων για τις ζωντανές εμφανίσεις ήταν πολύ χαμηλές και το δίδυμο περιόδευσε μόνο στην Ιαπωνία πριν διακόψουν οριστικά τη συνεργασία τους.

Το 1994,  ο Coverdale δημιουργεί ξανά τους Whitesnake με σκοπό να περιοδεύσει για την προώθηση της συλλογής “Whitesnake’s Greatest Hits”. Μετά το τέλος της περιοδείας, έκανε ένα τριετές διάλειμμα από τα μουσικά δρώμενα, για να επιστρέψει το 1997 με το άλμπουμ “Restless Heart”, το οποίο μετά από επιμονή της δισκογραφικής εταιρείας που τον εκπροσωπούσε, κυκλοφόρησε ως δίσκος των Whitesnake. Παρ’ όλα αυτά, τρία χρόνια αργότερα κυκλοφορεί το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ από το 1978 με την ονομασία “Into the Light”.

Το 2002, επανενώνει για άλλη μια φορά τους Whitesnake για να περιοδεύσουν παγκοσμίως, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα κυκλοφορεί το ζωντανά ηχογραφημένο “Live: In The Shadow Of The Blues” με τέσσερα νέα κομμάτια. Ο πρώτος στούντιο δίσκος τους μετά από έντεκα χρόνια κυκλοφορεί το 2008 με τίτλο “Good to Be Bad”,  ενώ την επόμενη χρονιά ανοίγουν τις συναυλίες των Judas Priest για την τριακοστή επέτειο τους από την κυκλοφορία του “British Steel”. Μετά από ένα τραυματισμό του επί σκηνής τον Αύγουστο του 2009 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Coverdale διαγνώστηκε ότι έπασχε από οίδημα στις φωνητικές χορδές, γεγονός που ανάγκασε το συγκρότημα να αναβάλλει τις υπόλοιπες εμφανίσεις της περιοδείας. Μετά από μία ανακοίνωση ότι η φωνή του επανήλθε, ο Coverdale ηχογράφησε το ενδέκατο στούντιο άλμπουμ των Whitesnake με τίτλο “Forevermore”, το οποίο κυκλοφόρησε στις 25 Μαρτίου 2011, ανεβαίνοντας στο Top 50 σε Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Coverdale παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1974 την Julia Borkowski, η οποία γέννησε την κόρη τους Jessica τέσσερα χρόνια αργότερα. Μετά το διαζύγιο τους, το 1989 ο Coverdale παντρεύτηκε την ηθοποιό και μοντέλο Tawny Kitaen, γνωστή και από τα music videos των Whitesnake (“Here I Go Again”, “Is This Love” και “Still of the Night.”). Ο γάμος τους κράτησε δύο χρόνια, ενώ από το 1997 και έπειτα είναι παντρεμένος με την Cindy με την οποία έχει ένα γιο, τον Jasper και ζουν στη Lake Tahoe της Nevada.

Ηλίας Πελέκης

September 14th, 2020

No Comments

Comments are closed.